Ο κρυφός κίνδυνος της κετογονικής διατροφής - Νέα μελέτη δείχνει καρκίνο στο λεπτό έντερο
Η κετογονική διατροφή ίσως δεν έχει την ίδια επίδραση σε όλο το έντερο, σύμφωνα με νέα μελέτη του MIT.
Η κετογονική διατροφή έχει γίνει τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα δημοφιλής, κυρίως για την απώλεια βάρους αλλά και για τις πιθανές επιδράσεις της στον μεταβολισμό και τη γήρανση. Ωστόσο, νέα μελέτη ερευνητών από το MIT δείχνει ότι η επίδρασή της στον οργανισμό μπορεί να είναι πολύ πιο σύνθετη από όσο πιστεύαμε.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, μια διατροφή με πολύ λίγους υδατάνθρακες και μεγάλη ποσότητα λίπους μπορεί να έχει εντελώς διαφορετικές συνέπειες ακόμη και σε γειτονικά τμήματα του πεπτικού συστήματος. Ενώ σε προηγούμενες έρευνες είχε φανεί ότι η κετογονική διατροφή ίσως περιορίζει την ανάπτυξη όγκων στο παχύ έντερο, η νέα μελέτη δείχνει ότι στο λεπτό έντερο μπορεί να συμβαίνει το αντίθετο, ενισχύοντας μηχανισμούς που ευνοούν την εμφάνιση όγκων.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature και αναδεικνύει ένα σημαντικό ζήτημα στη μελέτη της διατροφής: δεν υπάρχει πάντα μια απλή απάντηση για το αν μια δίαιτα είναι συνολικά «καλή» ή «κακή». Η επίδρασή της μπορεί να εξαρτάται από το όργανο, τον ιστό και τις ιδιαίτερες ανάγκες των κυττάρων.
Τι συμβαίνει στον οργανισμό με την κετογονική διατροφή
Η κετογονική διατροφή εμφανίστηκε αρχικά τη δεκαετία του 1920 ως θεραπευτική επιλογή για παιδιά με επιληψία που δεν ανταποκρίνονταν στα φάρμακα. Τις τελευταίες δεκαετίες όμως έγινε ιδιαίτερα γνωστή ως μέθοδος απώλειας βάρους. Η βασική της αρχή είναι η δραστική μείωση των υδατανθράκων και η αύξηση της κατανάλωσης λίπους. Όταν το σώμα δεν λαμβάνει αρκετή γλυκόζη από τροφές όπως το ψωμί, τα ζυμαρικά ή τα δημητριακά, στρέφεται περισσότερο στην καύση λίπους για ενέργεια. Αυτή η διαδικασία οδηγεί στην παραγωγή ουσιών που ονομάζονται κετόνες, με κυριότερες το β-υδροξυβουτυρικό (BHB) και το ακετοξικό, οι οποίες δεν θεωρούνται απλώς «καύσιμα» του οργανισμού, αλλά μπορούν και να λειτουργούν ως σήματα που επηρεάζουν τη λειτουργία των κυττάρων, τη φλεγμονή και τον τρόπο με τον οποίο ενεργοποιούνται ή απενεργοποιούνται ορισμένα γονίδια. Παρόμοια κατάσταση εμφανίζεται και στη νηστεία, όταν ο οργανισμός αρχίζει να χρησιμοποιεί τα δικά του αποθέματα λίπους.
Η απρόσμενη επίδραση στο λεπτό έντερο
Οι ερευνητές του MIT θέλησαν να εξετάσουν αν η κετογονική διατροφή θα είχε στο λεπτό έντερο την ίδια προστατευτική δράση που είχε παρατηρηθεί στο παχύ έντερο σε προηγούμενη μελέτη. Για τον λόγο αυτό χρησιμοποίησαν ποντίκια με γενετική προδιάθεση για ανάπτυξη καρκίνου του εντέρου. Τα ζώα χωρίστηκαν σε ομάδες και ακολούθησαν διαφορετικές διατροφές: κετογονική, φυσιολογική ή μια διατροφή πολύ πλούσια σε λίπος και θερμίδες που οδηγεί σε παχυσαρκία.
Τα αποτελέσματα εξέπληξαν τους επιστήμονες. Τα ποντίκια που ακολουθούσαν κετογονική διατροφή εμφάνισαν περισσότερους όγκους στο λεπτό έντερο σε σχέση με τα ζώα που ακολουθούσαν τη συνηθισμένη διατροφή. Μάλιστα, παρότι δεν έγιναν παχύσαρκα, τα ποσοστά εμφάνισης όγκων ήταν παρόμοια ή ακόμη και υψηλότερα από εκείνα των ζώων που κατανάλωναν μια πολύ λιπαρή και θερμιδικά υπερβολική διατροφή.
Δεν ευθύνονται οι κετόνες, αλλά το πολύ λίπος
Αρχικά οι επιστήμονες εξέτασαν αν η αυξημένη ανάπτυξη όγκων οφειλόταν στις κετόνες που παράγει ο οργανισμός κατά την κετογονική διατροφή. Όμως τα πειράματα έδειξαν ότι οι κετόνες, όπως η BHB, δεν ήταν ο βασικός παράγοντας. Το πρόβλημα φαίνεται να βρίσκεται στην πολύ μεγάλη ποσότητα λίπους που φτάνει στο πεπτικό σύστημα. Τα κύτταρα του λεπτού εντέρου αρχίζουν να χρησιμοποιούν περισσότερο λίπος ως πηγή ενέργειας. Αυτή η αλλαγή ενεργοποιεί συγκεκριμένους μηχανισμούς μέσα στα κύτταρα που επηρεάζουν τη συμπεριφορά τους.
Ένας από αυτούς τους μηχανισμούς αφορά πρωτεΐνες που βοηθούν τα κύτταρα να προσαρμόζονται στις αλλαγές της διαθέσιμης ενέργειας. Όταν ενεργοποιούνται υπερβολικά, δίνουν το σήμα στα βλαστοκύτταρα του εντέρου να πολλαπλασιάζονται πιο γρήγορα. Τα βλαστοκύτταρα αυτά είναι απαραίτητα, καθώς ανανεώνουν συνεχώς την εσωτερική επιφάνεια του εντέρου και βοηθούν στην αποκατάσταση τραυματισμών. Όμως η έντονη και συνεχής κυτταρική διαίρεση έχει και ένα πιθανό κόστος: κάθε νέα διαίρεση αυξάνει την πιθανότητα να εμφανιστούν λάθη στο DNA που μπορούν να οδηγήσουν σε καρκινική ανάπτυξη.
Γιατί το παχύ έντερο αντιδρά διαφορετικά;
Το μεγάλο ερώτημα που παραμένει είναι γιατί δύο τόσο κοντινά σημεία του πεπτικού συστήματος αντιδρούν τόσο διαφορετικά στην ίδια διατροφή. Στο παχύ έντερο, προηγούμενες μελέτες είχαν δείξει ότι η κετογονική διατροφή σχετιζόταν με μικρότερη ανάπτυξη όγκων. Ωστόσο, και εκεί οι ερευνητές θεωρούν ότι η προστατευτική δράση δεν οφείλεται άμεσα στις κετόνες. Η απάντηση πιθανότατα βρίσκεται στις διαφορετικές ανάγκες και λειτουργίες των κυττάρων σε κάθε περιοχή του εντέρου. Το λεπτό και το παχύ έντερο, παρότι αποτελούν μέρος του ίδιου συστήματος, έχουν διαφορετικό περιβάλλον, διαφορετικό ρόλο στην πέψη και διαφορετική βιολογία.
Η μελέτη δείχνει επίσης ότι τα συμπληρώματα κετονών δεν αναμένεται να έχουν τις ίδιες επιδράσεις με μια πραγματική κετογονική διατροφή. Ο λόγος είναι ότι ο πιθανός κίνδυνος στο λεπτό έντερο φαίνεται να συνδέεται με τον τρόπο που τα κύτταρα διαχειρίζονται τη μεγάλη ποσότητα διατροφικού λίπους και όχι με τις ίδιες τις κετόνες.
Πού καταλήγουν οι ερευνητές
Το βασικό συμπέρασμα της έρευνας είναι ότι οι διατροφικές επιλογές επηρεάζουν τον οργανισμό με πολύπλοκους τρόπους. Για παράδειγμα, μια δίαιτα που βοηθά σε έναν στόχο, π.χ. στην απώλεια βάρους ή στη βελτίωση κάποιων μεταβολικών δεικτών, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχει τις ίδιες επιδράσεις σε κάθε όργανο.